Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

"Γυάλινος Χρόνος" της Πασχαλίας Τραυλού


Ο «Γυάλινος Χρόνος» της Πασχαλίας Τραυλού «Γυάλινος Χρόνος» είναι ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα που ξεφεύγει αριστοτεχνικά από τις συνηθισμένες νόρμες και διεκδικεί τη δική του θέση στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.
δεν είναι ένα καινούριο μυθιστόρημα από αυτά που κατακλύζουν κατά ριπάς τις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Δεν μπορείς να το κατατάξεις εύκολα σε μια συγκεκριμένη κατηγορία. Δεν είναι ερωτικό μυθιστόρημα αλλά είναι. Δεν είναι κοινωνικό μυθιστόρημα αλλά είναι. Δεν είναι υπαρξιακό μυθιστόρημα αλλά είναι. Δεν είναι φιλοσοφικό μυθιστόρημα αλλά είναι. Με λίγα λόγια ο
Θα κάνω μια σύντομη αναφορά στην υπόθεση του βιβλίου για όσους δεν το έχουν διαβάσει. Η διάσημη συγγραφέας Βέρα Δελή, κατά κόσμον Βερονίκη Δελένδα, ανακαλύπτει ότι της απομένουν τέσσερις μήνες ζωής. ΄Ερχεται λοιπόν αντιμέτωπη με το ‘αδιαπραγμάτευτο’ του θανάτου στη δυσκολότερη ίσως στιγμή της ζωής της: την στιγμή που την έχουν εγκαταλείψει ο άντρας της και η έφηβη κόρη τους. Εντελώς τυχαία, όπως συνήθως συμβαίνουν τα σημαντικότερα γεγονότα της ζωής μας, θα γνωρίσει τον ψυχολόγο Αλέξανδρο Φιλίππου.
Καθώς την κυριεύουν η κατάθλιψη και η απελπισία, παίρνει τη γενναία ή απονενοημένη απόφαση, να πάει στη Σαντορίνη, στο νησί της παιδικής της ηλικίας και να προσπαθήσει να ξεδιαλύνει το κουβάρι των οικογενειακών μυστικών που ακόμα την στοιχειώνει. Θέλει να πιστεύει ότι η πράξη της αυτή ίσως την βοηθήσει να βρει την πολυπόθητη ψυχική ηρεμία που τόσο έχει ανάγκη, λίγο πριν πεθάνει. Εκεί ο Ισίδωρος, στεφανωμένος με την σοφία που χαρίζει η ζωή στους γέροντες, θα την βοηθήσει να μάθει επιτέλους να ζει έστω και την ύστατη στιγμή. Άραγε η ηρωίδα θα καταφέρει να ανακαλύψει το πραγματικό νόημα της ζωής και να συναντήσει την αληθινή ευτυχία προτού αδειάσει η κλεψύδρα του επίγειου χρόνου της;

Τα θέματα που διαπραγματεύεται η Πασχαλία στο «Γυάλινο Χρόνο» είναι πολλά και διαφορετικά μέσα στο βιβλίο. Για να κάνω μια λεπτομερή ανάλυση, θα χρειαζόταν ολόκληρη διδακτορική διατριβή. Το αξιόλογο σε αυτό το βιβλίο δεν είναι ότι καταπιάνεται με πολλά, αλλά το γεγονός ότι το κάνει με επιτυχία, ότι καταφέρνει να ασχοληθεί με όλα αυτά που απασχολούν τον άνθρωπο στο πέρας των αιώνων, δίνοντας τροφή για σκέψη, χωρίς ωστόσο να γίνεται κουραστική, μονότονη και κυρίως διδακτική.
Συναντάμε λοιπόν το βασικό φιλοσοφικό δίπολο «ζωή – θάνατος». Η Βερονίκη βρίσκεται αντιμέτωπη με το φάντασμα του θανάτου. Ξέρει πόσος ακριβώς χρόνος ζωής της απομένει… και είναι ακόμα νέα… Μεγάλο φορτίο για τις πλάτες ενός ανθρώπου που δεν έχει προλάβει ακόμα να ζήσει και πολύ περισσότερο να συμφιλιωθεί με την ιδέα του θανάτου.
Οι υπαρξιακές αναζητήσεις είναι επόμενες, ποιο είναι το νόημα της ζωής, ποιος ο λόγος ύπαρξης μας επάνω στη Γη. Η ηρωίδα έστω και αργά, ανακαλύπτει με τη βοήθεια του Ισίδωρου και του Αλέξανδρου, το απλό και ωστόσο αληθινό. Η λαϊκή σοφία του Ισίδωρου «ζήσε το τώρα» συναντά την επικούρεια φιλοσοφία και τις ιδέες του Νίτσε που ασπάζεται ο Αλέξανδρος και οι σύγχρονες ψυχαναλυτικές θεωρίες «μην αναβάλλεις τη ζωή». Έντρομη η Βέρα θα ανακαλύψει ότι επί σχεδόν σαράντα χρόνια, ζούσε μια ζωή σε αναμονή. Είχε έρθει επιτέλους ο καιρός να μάθει να ζει.
Άλλο κυρίαρχο θέμα, ο έρωτας. Ο έρωτας που μπορεί από τη μια στιγμή στην άλλη να μεταμορφωθεί και να πάρει χίλια διαφορετικά πρόσωπα. Ο έρωτας που μπορεί να είναι απλός και αγνός, ο εφήμερος έρωτας που αφορά μόνο τη σάρκα και δεν αγγίζει καθόλου την ψυχή (όπως συνέβη την εποχή όπου έζησε στην Αβινιόν η ηρωίδα), ο έρωτας που «καμουφλάρει» έναν άκρατο εγωισμό και μια φοβερή ανασφάλεια και παύει να είναι έρωτας όταν το αντικείμενο του πόθου αρχίζει να επιζητά το δικό του μερίδιο στη ζωή (όπως είναι ο έρωτας του Φαίδωνα), ο έρωτας - αναζήτηση καταφυγίου (ο έρωτας της Εργινούσας προς τον Ισίδωρο), ο έρωτας φωτιά, λαίλαπα και καταστροφή για όσους θα βρεθούν στη δίνη του (ο έρωτας του Ισίδωρου προς τις δυο γυναίκες της ζωής του), ο έρωτας – αγάπη (που επιτέλους θα γνωρίσει η Βέρα στο πρόσωπο του Αλέξανδρου).
Ένα άλλο θέμα που διαπραγματεύεται η συγγραφέας στις σελίδες του βιβλίου είναι η προδοσία, η προδοσία σε όλες της τις εκφάνσεις. Αυτό το επώδυνο συναίσθημα, που πονάει, που πληγώνει ανεπανόρθωτα την ανθρώπινη ψυχή και το οποίο χρειάζεται μεγάλη ψυχική δύναμη για να το αφήσεις πίσω σου. Ερωτική προδοσία (ο Ισίδωρος προδίδει και την Εργινούσα και την Καλλίστη), φιλική προδοσία (ο νεαρός δημοσιογράφος στο βωμό της επαγγελματικής επιτυχίας δεν διστάζει να θυσιάσει ως άλλη Ιφιγένεια την Βερονίκη), συζυγική προδοσία, γονεϊκή προδοσία. Μπορεί άραγε η προδοσία να ξεχαστεί, να επουλωθούν τα τραύματα της και ο προδομένος να συνεχίσει αλώβητος τη ζωή του; Μπορεί άραγε ο προδότης Ιούδας να συνεχίσει τη ζωή του δίχως να τον καταδιώκουν οι Ερινύες, οι προσωπικές του ενοχές;
Θα σταθώ επίσης και στην περίπλοκη αμφιθυμική σχέση μητέρας – κόρης. Μια σχέση που έχει αναλυθεί τόσο πολύ ανά τους αιώνες που όση αγάπη έχει, άλλο τόσο πόνο, αντιπαλότητα και αλληλοεξάρτηση κρύβει μέσα της. Μπορεί η αγάπη Βερονίκης - Δανάης να καλύψει το συναισθηματικό κενό που έχει δημιουργηθεί τόσα χρόνια ανάμεσα στις δύο γυναίκες; Είναι δυνατόν η έφηβη κόρη να κατανοήσει τη μητέρα – γυναίκα; Είναι έτοιμη η Βερονίκη να αντιληφθεί ότι κληροδότησε στην κόρη της τη δική της αποτυχημένη και συναισθηματικά ακάλυπτη σχέση της με τον Φαίδωνα;;;
Και δεν είναι μόνο αυτά… Οι συζυγικές σχέσεις, η αποξένωση των ανθρώπων, το ζήτημα της Θείας Δίκης, η γραφή ως μέσο δραπέτευσης είναι θέματα που επίσης θα συναντήσει ο αναγνώστης στο «Γυάλινο Χρόνο». Είμαι σίγουρη ότι διαβάζοντας το, θα ανακαλύψετε ακόμα περισσότερα πράγματα απ’όσα εγώ: πράγματα που θα μιλήσουν κατ’ευθείαν στην ψυχή σας.

Οι ήρωες της Πασχαλίας, άντρες και γυναίκες, μου θύμισαν έντονα ήρωες βγαλμένους από αρχαία ελληνική τραγωδία. Ακόμα και τα ονόματα που τεχνηέντως χρησιμοποιεί βοηθούν τον αναγνώστη να κάνει τούτο το συνειρμό: η Ζωή ως άλλη Ιφιγένεια θυσιάζεται, η Καλλίστη ως άλλη Ισμήνη υπομένει το δρόμο που άλλοι επέλεξαν για εκείνη, η Εργινούσα – Ερεβούσα, τραγικό πρόσωπο και η ίδια, εμφανίζεται ταυτόχρονα ως θύτης και θύμα, ο Ισίδωρος που ως θεός αποφασίζει για την μοίρα των ανθρώπων. Ακόμα και η ασθένεια της Βερονίκης, σχήμα οξύμωρο, εμφανίζεται ως ο από μηχανής θεός, που θα την βοηθήσει να βρει επιτέλους το δρόμο της, να μάθει πραγματικά να ζει και κυρίως να συναντήσει την ευτυχία. Γιατί σημασία δεν έχει πόσο ζεις αλλά πως ζεις.  Γιατί όπως γράφει και η συγγραφέας: «Ο θάνατος υπάρχει για να μας θυμίζει να μην αναβάλλουμε τη ζωή. Σκέψου πόσος χρόνος σπαταλιέται σε ανούσια πράγματα επειδή οι άνθρωποι ξεχνούν πως κάποτε θα σβήσουν».

Προς το τέλος, άφησα να σας πω δυο λόγια για τη δομή του μυθιστορήματος. Πρόκειται στην κυριολεξία για μια δομή που εγώ πρώτη φορά συναντώ στις λογοτεχνικές μου περιδιαβάσεις. Δεν μπορώ να το κατατάξω στα κλασικά μυθιστορήματα για τον μοναδικό λόγο ότι δεν είναι ένα απλό κλασικό μυθιστόρημα. Μέσα στη βασική ροή του βιβλίου, εμπλέκονται 14 ξεχωριστά διηγήματα που από μόνα τους θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα άλλο βιβλίο. Είναι δύο βιβλία σε ένα ή αν προτιμάτε διαβάζετε τα 14 βιβλία που πρόλαβε τελικά να γράψει η Βέρα, που δεν εγκατέλειψε το όνειρό της μέχρι την ύστατη ώρα.
Δεκατέσσερα διηγήματα, τοποθετημένα διάσπαρτα σε διάφορα μέρη του βιβλίου που εξυπηρετούν ωστόσο την ιστορία του βιβλίου. Δεκατέσσερα διηγήματα για τα οποία ό,τι κι αν πω θα είναι λίγο. Διηγήματα που κινούνται σε διάφορες θεματικές, σε διάφορους τόπους και χρόνους, διηγήματα που μιλούν κατ’ευθείαν στο θυμικό του αναγνώστη και που σίγουρα θα τον κάνουν να κλάψει, να γελάσει, να θυμώσει, να μελαγχολήσει. Σίγουρα πάντως με τίποτα δεν θα βαρεθεί.
Μου άρεσαν όλα, αλλά λάτρεψα την ‘Κούκλα’ απ’όπου θα μου επιτρέψετε ένα μικρό απόσπασμα: «Ο Νίμπα θέλει πολύ να είναι στο πλάι της, να της κρατάει το χέρι, όμως το απαγορεύουν αυτό τα έθιμα της φυλής. Είναι μαζί με τους άλλες άντρες, δείχνει ψύχραιμος, ίσως και αδιάφορος κάτω από το μεγάλο δέντρο όπου κάθονται και καπνίζουν χαλαρωτικά βοτάνια. Ένας μελλοντικός φύλαρχος δεν πρέπει να λυγίζει μπροστά σε τούτη τη συνηθισμένη ανθρώπινη αγωνία. Είναι κανόνας. Τα τύμπανα που αναγγέλλουν τη γέννηση ενός νέου ανθρώπου, ωστόσο, τρυπούν και τα αυτιά του. Θέλει να ουρλιάξει, μα καταπίνει τη φωνή του, αφήνοντας τους χορευτές του χορού της ζωής να αλαλάζουν για κείνον».

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί η Πασχαλία είναι η γλώσσα που γνωρίζουμε όσοι έχουμε διαβάσει και προηγούμενα βιβλία της: γλώσσα λυρική, άρτια, γεμάτη. Γλώσσα που αποκαλύπτει τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας και που μας θυμίζει ότι η ελληνική λογοτεχνία συνεχίζει να έχει άξιους εκπροσώπους. Μεστή και πλούσια δίχως φανφαρονισμούς και βεντετισμούς.
Τελειώνοντας, θα ήθελα επίσης να επισημάνω το ιδιοφυές εύρημα να κατατάξει την κεντρική ηρωίδα στην τάξη των συγγραφέων. Μέσω από αυτό το τέχνασμα, η Πασχαλία μας αποκαλύπτει τις προσωπικές της απόψεις (ή τουλάχιστον έτσι το εξέλαβα εγώ) για τη διαδικασία της γραφής, για τον ψυχικό κάματο του δημιουργού, για τις αμφιβολίες που του δημιουργεί η όλη διαδικασία, για την μοναχικότητα, για το αν τελικά η γραφή είναι σωτήρας ή δαίμονας, ασφάλεια ή φυλακή, ελευθερία ή φόβος να ζήσεις την πραγματική ζωή.

Δεν θα σας κουράσω άλλο. Σας εύχομαι να απολαύσετε το ταξίδι στο «Γυάλινο Χρόνο» και να ανακαλύψετε ότι αν και γυάλινος τελικά δεν είναι και τόσο εύθραυστος. Ωστόσο, θα ήθελα να σας παρακινήσω, να μην διαβάσετε το συγκεκριμένο βιβλίο επιπόλαια γιατί είναι ένα βιβλίο που έχει να δώσει πολλά στον αναγνώστη. Γευθείτε το αργά – αργά όπως ένα καλό παλιό κρασί, ταξιδέψτε στις σελίδες του αργά και ηδονικά όπως θα κάνατε ένα ταξίδι με το θρυλικό Οριάν Εξπρές για να μην χάσετε τις ομορφιές και τις εναλλαγές του τοπίου και μην διστάσετε να σύρετε το μολύβι σας πάνω στις σελίδες του και να υπογραμμίσετε όλες αυτές τις υπέροχες φράσεις που πλαισιώνουν τούτο το αριστούργημα.