Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Δεν φοβάμαι... Δεν φοβόμαστε...



Φοβάμαι… φοβάσαι… φοβάται… φοβόμαστε… φοβόσαστε… φοβούνται…
Από χθες, τούτο το ρήμα σαν παιδικό τραγουδάκι έχει καρφωθεί στο μυαλό μου…
Η Ευρώπη… Η Ευρώπη που πίστεψα και λάτρεψα χάνεται… Η Ευρώπη που ακόμα κι όταν ορισμένες φορές έχανε το βηματισμό της, για μένα ήταν συνώνυμο την ελευθερίας…
Γύρω στα δεκαπέντε, γνώρισα τον Ντιντερό, τον Βολταίρο, τον Ρουσσώ… στην αρχή μου φάνηκαν άχρηστες γνώσεις υποχρεωτικές για να περάσω στις εξετάσεις του Sorbonne… Γρήγορα όμως η φιλοσοφία τους, αργά αλλά σταθερά, χώθηκε στο μυαλό μου και κάποια πράγματα άρχισαν να φαίνονται αυτονόητα για μένα… Με κυρίαρχη φράση, τη φράση «Ελευθερία του ατόμου»… Έτσι κι αλλιώς ως Ελληνίδα, μπολιάστηκα από μικρή πως η ελευθερία είναι το μοναδικό πράγμα για το οποίο αξίζει κανείς να πεθαίνει… Πάνω στο «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ», στηρίχτηκε η αναγέννηση του έθνους μας…
Και λίγα χρόνια αργότερα… εκεί στα 1992… έγινε και η Ευρώπη της ελεύθερης διακίνησης των ατόμων, των αγαθών, των υπηρεσιών… «Το καλυτερότερό μου!»
Άρπαξα στα πλαίσια του δυνατού τις ευκαιρίες που μου χάριζε η Ευρώπη της ελευθερίας που τόσο πίστεψα: Ταξίδια χωρίς συνοριακούς ελέγχους, μετακίνηση χωρίς περιορισμούς συναλλάγματος, ελεύθερες σπουδές σε μια άλλη ευρωπαϊκή χώρα…
Κι εκεί να έρχομαι καθημερινά σε επαφή με άλλους λαούς, άλλους πολιτισμούς και άλλες θρησκείες… Να πίνω τσάι στο δωμάτιο της Λεϊλά από το Μαρόκο με τα απόκοσμα πράσινα μάτια, να ‘μαλώνω’ με τον Ντουντού από τη Σενεγάλη που θεωρούσε απόλυτα φυσιολογικό πως ο πατέρας του ήταν παντρεμένος με τέσσερις γυναίκες, να πηγαίνω με τη Μαρία – Χοσέ στην καθολική εκκλησία της Sainte-Helene και να παίρνω την όστια από το χέρι του καθολικού ιερέα, να τηρώ ευλαβικά τη νηστεία της δικής μας Σαρακοστής (εγώ που δεν είχα νηστέψει ποτέ στη ζωή μου γιατί ήθελα να αισθάνομαι στο πετσί μου και τον δικό μου πολιτισμό…). Να προσκαλούμε μαζί με τη Δάφνη και την Αρετή όλους αυτούς τους αλλόθρησκους ή αλλόδοξους φίλους να έρθουν να γιορτάσουν το ορθόδοξο Πάσχα μαζί μας...
Και μέσα σ’αυτή την απόλυτη ελευθερία με απόλυτο σεβασμό στα ‘πιστεύω’ του άλλου, ένιωσα ελεύθερη και βρήκα τον πραγματικό μου εαυτό, έμαθα ν’ακολουθώ τα ‘θέλω’ μου και να κυνηγώ τα όνειρά μου…
Αυτή την Ευρώπη της ελευθερίας, του σεβασμού, της φιλίας και της αλληλοϋποστήριξης θέλω πίσω… Αυτή την Ευρώπη με τις αρχές της οποίας γαλουχήθηκα και ασπάσθηκα θέλω πίσω… Αυτή την Ευρώπη όπου όλοι είμαστε διαφορετικοί μεταξύ μας αλλά κι όλοι ίδιοι…
Δεν ξέρω πως φτάσαμε εδώ… Δεν ξέρω ποιοι φταίνε…
Το μόνο που ξέρω είναι πως αρνούμαι να αλλάξω την πίστη μου στην ελευθερία με την πίστη μου στο φόβο… Υπάρχουν πίσω αγώνες αιώνων για να αφήσω την ελευθερία μου στα χέρια σκοταδιστών, φανατικών και ανελεύθερων ανθρώπων…
Αλλάζω το τραγουδάκι και του δίνω το δικό μου ρυθμό…
Δεν φοβάμαι… δεν φοβάσαι… δεν φοβάται… δεν φοβόμαστε… δεν φοβόσαστε… δεν φοβούνται…

Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

Πώς γεννήθηκαν οι "Ψίθυροι του Βαρδάρη"...


Αν και γέννημα – θρέμμα Θεσσαλονικιά, κανένα από τα προηγούμενα βιβλία μου δεν διαδραματίστηκε στη Θεσσαλονίκη. Αν εξαιρέσει κανείς, ένα μικρό πέρασμα της Αργυρώς από τη Θεσσαλονίκη του 1926 στο “Κόκκινο Σημάδι”, η γενέτειρα πόλη μου υπήρξε πανταχού απούσα. Αν πρέπει να εξηγήσω γιατί συνέβη αυτό, η απάντηση ίσως βρίσκεται στο γεγονός πως 'γράφω για να ταξιδεύω και να δραπετεύω'. Πώς λοιπόν να δραπετεύσεις μιλώντας για μια πόλη στην οποία ζεις καθημερινά και τίποτα πλέον δεν σου προξενεί εντύπωση;
Ωστόσο, ένα τυχαίο γεγονός υπήρξε η αφορμή για τη γέννηση αυτού του βιβλίου. Το 2014, έλαβα ένα χαρτί νομικού χαρακτήρα πως η πολυκατοικία στην οποία βρίσκεται το πατρικό μου διαμέρισμα είναι χτισμένη πάνω στο ρέμα του Μπουγιούκ Ντερέ και για το λόγο αυτό το κράτος έπρεπε να αποζημιωθεί. Η έκπληξη ήταν μεγάλη. Ούτε εγώ, ούτε οι ηλικιωμένοι κάτοικοι της περιοχής θυμόντουσαν κάποιο ρέμα, καθώς μιλάμε για μια από τις κεντρικότερες λεωφόρους της Θεσσαλονίκης.
Ψάχνοντας λοιπόν να βρω συμβόλαια αγοραπωλησίας, ιδιωτικά συμφωνητικά και όλα τα υπόλοιπα δικαιολογητικά που μου ζήτησε η δικηγόρος, βρέθηκα να περιδιαβαίνω στη μοναδική ιστορία της πολυεθνικής Θεσσαλονίκης των αρχών του 20ου αιώνα.
Η ιδέα για το βιβλίο είχε πλέον 'καρφωθεί' στο μυαλό μου, το ταξίδι στο παρελθόν της πόλης είχε ήδη ξεκινήσει. Ανακάλυψα ξανά την πόλη στην οποία γεννήθηκα και στην οποία ζω εδώ και πάνω από σαράντα χρόνια. Ανακάλυψα πως κάθε βήμα μου πατούσε πάνω στ'αχνάρια όλων των προηγούμενων γενιών που έζησαν κι ερωτεύτηκαν στις γειτονιές της.
Διαπίστωσα πως έχω σκοντάψει άπειρες φορές στα πλατάνια του Μπουγιούκ Ντερέ καθώς πήγαινα σχολείο, πως έχω δώσει τα πρώτα διστακτικά μου εφηβικά φιλιά εκεί που κάποτε υπήρχε το υπαίθριο πολεμικό γαλλικό νοσοκομείο, πως έχω γλεντήσει στα 'Λαδάδικα', εκεί που κάποτε άνθιζε το εμπόριο της πόλης, πως έχω τραγουδήσει προσκοπικά τραγούδια στον Πύργο “Μon Bonheur”, πως έχω πάει Πανεπιστήμιο, εκεί που κάποτε υπήρχε το μεγαλύτερο εβραϊκό νεκροταφείο ολόκληρης της Ευρώπης, πως έχω κλάψει κι ο βαρδάρης πήρε τα δάκρυα μου μακριά.
Και καθώς 'περπατούσα' σε δρόμους πραγματικούς και δρόμους φανταστικούς, ανακάλυψα και μια δεύτερη Θεσσαλονίκη, που οι περισσότεροι αγνοούν. Μέχρι τη δεκαετία του '50, εποχή όπου ξεκίνησε η άναρχη δόμηση της πόλης, υπήρχε μια υπόγεια πόλη, σκαμμένη ήδη από τους ρωμαϊκούς χρόνους, με δρόμους και λαγούμια, όπου βυζαντινοί αυτοκράτορες και περιθωριακοί αλήτες την επισκέπτονταν τακτικά. Την πόλη στην οποία ζει, η τσιγγάνα ηρωίδα μου, η Εσρά, που η γέννησή της χάνεται μέσα στο χρόνο.
Το μόνο σίγουρο είναι, πως μετά από αυτό το βιβλίο, η ματιά μου έχει αλλάξει. Περπατώ και βλέπω τον ελληνικό στρατό να παρελαύνει στη Λεωφόρο Νίκης, ακούω τη φωνή του μουεζίνη από το Χαμζά Μπέη Τζαμί, μυρίζω τ’ αυγά χαμινάδος από τις κουζίνες των εβραϊκών σπιτιών. Περπατώ κι αισθάνομαι την αύρα όλων αυτών των ανθρώπων που γεννήθηκαν, έζησαν, ερωτεύτηκαν και λάτρεψαν αυτή την πόλη.
Ναι, είμαι σίγουρη πως δεν επέλεξα εγώ να γράψω αυτό το βιβλίο. Είναι το βιβλίο που με επέλεξε.
Ελάτε λοιπόν, να πάμε μια βόλτα μαζί στην Προκυμαία, να χαθούμε στα στενά της Άνω Πόλης, να ψωνίσουμε στο Μπεζεστένι, να γλυκαθούμε μ'ένα εκμέκ, ν'αφήσουμε το βαρδάρη να μας ανακατέψει τα μαλλιά!!!
Ελάτε να γίνουμε ένα με τους ήρωες του βιβλίου! Να κλείσουμε εμπορικές συμφωνίες με τον ντονμέ Μεχμέτ εφέντη, να θρηνήσουμε την απώλεια μιας πόλης με τον Σαλί μπέη, να πιούμε το απογευματινό μας τσάι στις επαύλεις της Λεωφόρου των Εξοχών παρέα με την Αναστασία, να κρυφοκοιτάξουμε τις άνομες συνευρέσεις στο πορνείο της Ζοζεφίν και τέλος να γνωρίσουμε πως είναι οι μεγάλοι έρωτες μέσα από τις αφηγήσεις της γιαγιάς Σοφίας. Ελάτε να ταξιδέψουμε σε μια ονειρική Θεσσαλονίκη που δεν υπάρχει πια, τη Σαλονίκη όπου έζησαν κι αγάπησαν όλες οι φυλές του κόσμου…




Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Έχουμε ένα κακό οι άνθρωποι...

 
Έχουμε ένα κακό οι άνθρωποι. Ξεχνάμε γρήγορα… Πολύ γρήγορα. Ξεχνάμε με απίστευτη ταχύτητα από που ξεκινήσαμε και που φθάσαμε… και κυρίως ξεχνάμε ποιους μας βοήθησαν να φτάσουμε εκεί που φτάσαμε. Είμαστε εγωιστές οι άνθρωποι. Κάθε μας επιτυχία, θεωρούμε πως είναι προσωπικό μας και μόνο επίτευγμα. Κάθε μας αποτυχία αντίθετα, είναι ευθύνη των άλλων… των κακών άλλων… Σπάνια, έχουμε το θάρρος και τη θέληση ν’αναζητήσουμε και το δικό μας μερίδιο ευθύνης… την όποια ευθύνη εν πάσει περιπτώσει έχουμε… ακόμα κι εκείνη την ευθύνη που αφήσαμε τους εαυτούς μας να εξαπατηθούν…
Το κακό όμως δεν είναι μόνο πως ξεχνάμε εύκολα. Είναι που έχουμε κι επιλεκτική μνήμη. Επιλέγουμε να θυμηθούμε αυτά που μας βολεύουν. Επιλέγουμε να ξεχάσουμε ότι μας κατεβάζει από το βάθρο στο οποίο μόνοι μας στήσαμε τους εαυτούς μας.
Ποιος Έλληνας δεν κουβαλάει στο DNA του τον ξεριζωμό; Ποιος Έλληνας δεν κουβαλάει στη φύτρα του, μια πατρίδα που έχασε ή μια καινούρια στην οποία αναγκάστηκε να ζήσει κι εν τέλει ίσως και να αγαπήσει; Ειλικρινά, απορώ ποιος σημερινός Έλληνας δεν έχει κάποιον παππού ή κάποια γιαγιά, κάποιον όχι και τόσο μακρινό πρόγονο, που ξεριζώθηκε βίαια από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο, την Καππαδοκία, την Αίγυπτο κι αλλού; Αναρωτιέμαι ποιος Έλληνας δεν έχει κάποιο θείο, κάποιο ξάδελφο, κάποιον κοντινό του συγγενή που αναγκάστηκε να φύγει στα ξένα για να ‘φάει ένα κομμάτι ψωμί’… Αμερική, Αυστραλία, Βέλγιο, Γερμανία, Σουηδία… Τότε οι παππούδες μας τώρα τα παιδιά μας…
Πονάμε, ζούμε μέχρι και σήμερα με το δράμα των προγόνων μας… Καταβροχθίζουμε τα βιβλία που μιλάνε για ‘αλησμόνητες πατρίδες’ και προσφυγιά… Σταθερά στις λίστες των best sellers… Χορεύουμε τους πατρογονικούς χορούς σε γάμους και βαφτίσια…  Θεωρούμε αυτονόητο πως θα έχουμε τις εκκλησίες μας και θα τηρούμε τα έθιμά μας σε όποιο μέρος της γης βρεθούμε και σταθούμε… Έχουμε κληρονομήσει όλο αυτό το δράμα των προηγούμενων γενιών… Κάθισε πάνω μας και  μας βαραίνει, να μην μπορούμε να το αποτινάξουμε, ίσως να μην θέλουμε να το αποτινάξουμε…
Κι από την άλλη…
Είμαστε εγωιστές εμείς οι άνθρωποι… Σαν να θεωρούμε πως μόνο εμείς έχουμε ‘δικαίωμα’ στο δράμα, στον ξεριζωμό, στην προσφυγιά… Σαν να θεωρούμε πως μόνο εμάς ο πόλεμος και η οικονομική ανέχεια μας αναγκάζει να ψάχνουμε την καλύτερη ζωή σε άλλες χώρες… Σαν να έχουμε μόνο εμείς το δικαίωμα να σώσουμε τις ζωές μας, τις ζωές των παιδιών μας, το μέλλον του λαού μας…
Σαν ο πόλεμος και οι οικονομικές δυσκολίες να μην επιτρέπεται να αγγίξουν άλλους λαούς… κι αν τους αγγίξουν, εκείνοι να πρέπει να δεχθούν στωικά το θάνατο και την πείνα, να μην προσπαθήσουν να σωθούν…
Κι εμείς κι οι γείτονες κι οι πολιτισμένοι Ευρωπαίοι κλείνουμε τα σύνορα, μα χειρότερα κλείνουμε τις καρδιές μας… Καίμε τα στρατόπεδα για να μην φιλοξενηθούν μα χειρότερα καίμε τα όνειρα μικρών παιδιών… αρνούμαστε ένα πιάτο φαΐ, ένα ποτήρι νερό μα χειρότερα αρνούμαστε την ίδια την ανθρωπιά μας…
«Μα…», ακούω τις φωνές ήδη στ’αυτιά μου…  «… κι εμείς δεν έχουμε δουλειές… κι εμείς πεινάμε… όταν δεν έχουμε εμείς πως θα δώσουμε στους άλλους;»
Μα, η ανθρωπιά δεν μετριέται με χρήματα… η ανθρωπιά δεν έχει τσέπες… η ανθρωπιά δεν γνωρίζει από σύνορα, φυλές, θρησκείες, χρώματα, επαγγέλματα… η ανθρωπιά είναι ανθρωπιά… Η καλή Σαμαρείτιδα σταμάτησε και βοήθησε τον ‘εχθρό’... είδε μπροστά της έναν άνθρωπο, δεν είδε έναν αντίπαλο… η γρια – χήρα, ακριβώς επειδή γνωρίζει πως είναι ο ανθρώπινος πόνος, δεν διστάζει. Βγάζει από το ελάχιστο που έχει και δίνει για τους φτωχούς… κι όποιου η καρδιά είναι γεμάτη, δεν στέκεται στο γεγονός πως αφού εγώ δεν έχω χρήματα, δεν θα δώσω τίποτα και κανείς άλλος να μην δώσει… στέκει στο γεγονός πως δεν έχω υλικά αγαθά, έχω όμως περίσσεια αγάπης και θα δώσω τον καλό μου το λόγο, το χάδι, τη συμπόνια μου… κι αν οι δυσκολίες της ζωής μ’έχουν κάνει σκληρό και δεν μπορώ να δώσω τίποτα, ας μην δώσω τίποτα… Είναι καλύτερο το τίποτα, από το να δώσω σ’όλους αυτούς που δοκιμάζονται το μίσος και τη μισαλλοδοξία…
«Η πείνα κάνει τον άνθρωπο θεριό ανήμερο», έλεγε ο παππούς μου… ας μην αφήσουμε τους ανθρώπους να γίνουν λοιπόν θεριά… κι η γιαγιά μου συμπλήρωνε «εδώ που ήσουν ήμουνα κι εκεί που είμαι θάρθεις»… η μοίρα παίζει περίεργα παιχνίδια… ενίοτε ο Θεός θέλει να δοκιμάσει τις αντοχές μας… δεν ξέρουμε τι μας επιφυλάσσε ι το μέλλον… σπίτια, χρήματα, κοσμήματα κι ελευθερίας μπορεί να χαθούν από τη μια στιγμή στην άλλη…  τουλάχιστον, ας μην χάσουμε την ανθρωπιά μας… είναι το ‘ένδυμα’ που μπορούμε να το κουβαλήσουμε όπου κι αν βρεθούμε…
Χθες ήμασταν εμείς, σήμερα είναι εκείνοι, αύριο θα είναι κάποιοι άλλοι…
 

Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

"Στη σκιά του Αυγερινού"

Μου φαίνεται απίστευτο ότι έχουν περάσει τέσσερα ολόκληρα χρόνια από την έκδοση του πρώτου μου βιβλίου «Το κόκκινο σημάδι» κι αισίως σήμερα κυκλοφορεί το τέταρτο «Στη σκιά του Αυγερινού».
Το ξέρω πως ίσως ακουστώ μελοδραματική και γραφική… αλλά ποτέ δεν πίστευα πως θα ερχόταν η μέρα που θα κρατούσα τέσσερα πνευματικά παιδιά στα χέρια μου…
Δεν θα σας κουράσω πολύ… Μια γρήγορη γνωριμία θα σας κάνω με όλους τους ήρωες που με συντρόφεψαν τον τελευταίο καιρό και τώρα το έσκασαν κι έρχονται να συναντηθούν μαζί σας…
Η Τερέζα Βολάνη, μια γυναίκα γεμάτη πάθος, γεμάτη δημιουργικότητα, γεμάτη διάθεση να σμιλέψει τα όνειρά της στην πέτρα…
Ο Άγγελος Αυγερινός, ο διάσημος γλύπτης που η φήμη του ξεπερνάει τα σύνορα της Ελλάδας…
Εκείνη… μοντέλο, μαθήτρια, ερωμένη… Εκείνος… δάσκαλος, μέντορας, εραστής.
Μια θυελλώδης ερωτική σχέση.
Δίπλα τους, πρόσωπα που ζουν, ευημερούν και καταστρέφονται μαζί τους:
Η αυστηρή Αμαλία, η άνευρη Άννα, ο φοβισμένος Θεμιστοκλής, ο παρακμιακός Στρατής, ο ανεξάρτητος Μανουέλ και η… αγαπημένη μου…
Η γοητευτική ανδρόγυνη Καλυψώ, που απαρνήθηκε το φύλλο της για να γνωρίσει τη δόξα και των έρωτα κάτω από τα φώτα των καμπαρέ της μεσοπολεμικής Αθήνας.
Αθήνα, Παρίσι και μια αίσθηση Βαρκελώνης…

Και ξαφνικά όλα αλλάζουν… Η μαθήτρια ξεπερνάει το δάσκαλο… Τα πάντα ανατρέπονται…

Άραγε το αστέρι της Τερέζας Βολάνη θα ανατείλει κάτω από τη σκιά του Αυγερινού;;;

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2013

"Γυάλινος Χρόνος" της Πασχαλίας Τραυλού


Ο «Γυάλινος Χρόνος» της Πασχαλίας Τραυλού «Γυάλινος Χρόνος» είναι ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα που ξεφεύγει αριστοτεχνικά από τις συνηθισμένες νόρμες και διεκδικεί τη δική του θέση στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.
δεν είναι ένα καινούριο μυθιστόρημα από αυτά που κατακλύζουν κατά ριπάς τις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Δεν μπορείς να το κατατάξεις εύκολα σε μια συγκεκριμένη κατηγορία. Δεν είναι ερωτικό μυθιστόρημα αλλά είναι. Δεν είναι κοινωνικό μυθιστόρημα αλλά είναι. Δεν είναι υπαρξιακό μυθιστόρημα αλλά είναι. Δεν είναι φιλοσοφικό μυθιστόρημα αλλά είναι. Με λίγα λόγια ο
Θα κάνω μια σύντομη αναφορά στην υπόθεση του βιβλίου για όσους δεν το έχουν διαβάσει. Η διάσημη συγγραφέας Βέρα Δελή, κατά κόσμον Βερονίκη Δελένδα, ανακαλύπτει ότι της απομένουν τέσσερις μήνες ζωής. ΄Ερχεται λοιπόν αντιμέτωπη με το ‘αδιαπραγμάτευτο’ του θανάτου στη δυσκολότερη ίσως στιγμή της ζωής της: την στιγμή που την έχουν εγκαταλείψει ο άντρας της και η έφηβη κόρη τους. Εντελώς τυχαία, όπως συνήθως συμβαίνουν τα σημαντικότερα γεγονότα της ζωής μας, θα γνωρίσει τον ψυχολόγο Αλέξανδρο Φιλίππου.
Καθώς την κυριεύουν η κατάθλιψη και η απελπισία, παίρνει τη γενναία ή απονενοημένη απόφαση, να πάει στη Σαντορίνη, στο νησί της παιδικής της ηλικίας και να προσπαθήσει να ξεδιαλύνει το κουβάρι των οικογενειακών μυστικών που ακόμα την στοιχειώνει. Θέλει να πιστεύει ότι η πράξη της αυτή ίσως την βοηθήσει να βρει την πολυπόθητη ψυχική ηρεμία που τόσο έχει ανάγκη, λίγο πριν πεθάνει. Εκεί ο Ισίδωρος, στεφανωμένος με την σοφία που χαρίζει η ζωή στους γέροντες, θα την βοηθήσει να μάθει επιτέλους να ζει έστω και την ύστατη στιγμή. Άραγε η ηρωίδα θα καταφέρει να ανακαλύψει το πραγματικό νόημα της ζωής και να συναντήσει την αληθινή ευτυχία προτού αδειάσει η κλεψύδρα του επίγειου χρόνου της;

Τα θέματα που διαπραγματεύεται η Πασχαλία στο «Γυάλινο Χρόνο» είναι πολλά και διαφορετικά μέσα στο βιβλίο. Για να κάνω μια λεπτομερή ανάλυση, θα χρειαζόταν ολόκληρη διδακτορική διατριβή. Το αξιόλογο σε αυτό το βιβλίο δεν είναι ότι καταπιάνεται με πολλά, αλλά το γεγονός ότι το κάνει με επιτυχία, ότι καταφέρνει να ασχοληθεί με όλα αυτά που απασχολούν τον άνθρωπο στο πέρας των αιώνων, δίνοντας τροφή για σκέψη, χωρίς ωστόσο να γίνεται κουραστική, μονότονη και κυρίως διδακτική.
Συναντάμε λοιπόν το βασικό φιλοσοφικό δίπολο «ζωή – θάνατος». Η Βερονίκη βρίσκεται αντιμέτωπη με το φάντασμα του θανάτου. Ξέρει πόσος ακριβώς χρόνος ζωής της απομένει… και είναι ακόμα νέα… Μεγάλο φορτίο για τις πλάτες ενός ανθρώπου που δεν έχει προλάβει ακόμα να ζήσει και πολύ περισσότερο να συμφιλιωθεί με την ιδέα του θανάτου.
Οι υπαρξιακές αναζητήσεις είναι επόμενες, ποιο είναι το νόημα της ζωής, ποιος ο λόγος ύπαρξης μας επάνω στη Γη. Η ηρωίδα έστω και αργά, ανακαλύπτει με τη βοήθεια του Ισίδωρου και του Αλέξανδρου, το απλό και ωστόσο αληθινό. Η λαϊκή σοφία του Ισίδωρου «ζήσε το τώρα» συναντά την επικούρεια φιλοσοφία και τις ιδέες του Νίτσε που ασπάζεται ο Αλέξανδρος και οι σύγχρονες ψυχαναλυτικές θεωρίες «μην αναβάλλεις τη ζωή». Έντρομη η Βέρα θα ανακαλύψει ότι επί σχεδόν σαράντα χρόνια, ζούσε μια ζωή σε αναμονή. Είχε έρθει επιτέλους ο καιρός να μάθει να ζει.
Άλλο κυρίαρχο θέμα, ο έρωτας. Ο έρωτας που μπορεί από τη μια στιγμή στην άλλη να μεταμορφωθεί και να πάρει χίλια διαφορετικά πρόσωπα. Ο έρωτας που μπορεί να είναι απλός και αγνός, ο εφήμερος έρωτας που αφορά μόνο τη σάρκα και δεν αγγίζει καθόλου την ψυχή (όπως συνέβη την εποχή όπου έζησε στην Αβινιόν η ηρωίδα), ο έρωτας που «καμουφλάρει» έναν άκρατο εγωισμό και μια φοβερή ανασφάλεια και παύει να είναι έρωτας όταν το αντικείμενο του πόθου αρχίζει να επιζητά το δικό του μερίδιο στη ζωή (όπως είναι ο έρωτας του Φαίδωνα), ο έρωτας - αναζήτηση καταφυγίου (ο έρωτας της Εργινούσας προς τον Ισίδωρο), ο έρωτας φωτιά, λαίλαπα και καταστροφή για όσους θα βρεθούν στη δίνη του (ο έρωτας του Ισίδωρου προς τις δυο γυναίκες της ζωής του), ο έρωτας – αγάπη (που επιτέλους θα γνωρίσει η Βέρα στο πρόσωπο του Αλέξανδρου).
Ένα άλλο θέμα που διαπραγματεύεται η συγγραφέας στις σελίδες του βιβλίου είναι η προδοσία, η προδοσία σε όλες της τις εκφάνσεις. Αυτό το επώδυνο συναίσθημα, που πονάει, που πληγώνει ανεπανόρθωτα την ανθρώπινη ψυχή και το οποίο χρειάζεται μεγάλη ψυχική δύναμη για να το αφήσεις πίσω σου. Ερωτική προδοσία (ο Ισίδωρος προδίδει και την Εργινούσα και την Καλλίστη), φιλική προδοσία (ο νεαρός δημοσιογράφος στο βωμό της επαγγελματικής επιτυχίας δεν διστάζει να θυσιάσει ως άλλη Ιφιγένεια την Βερονίκη), συζυγική προδοσία, γονεϊκή προδοσία. Μπορεί άραγε η προδοσία να ξεχαστεί, να επουλωθούν τα τραύματα της και ο προδομένος να συνεχίσει αλώβητος τη ζωή του; Μπορεί άραγε ο προδότης Ιούδας να συνεχίσει τη ζωή του δίχως να τον καταδιώκουν οι Ερινύες, οι προσωπικές του ενοχές;
Θα σταθώ επίσης και στην περίπλοκη αμφιθυμική σχέση μητέρας – κόρης. Μια σχέση που έχει αναλυθεί τόσο πολύ ανά τους αιώνες που όση αγάπη έχει, άλλο τόσο πόνο, αντιπαλότητα και αλληλοεξάρτηση κρύβει μέσα της. Μπορεί η αγάπη Βερονίκης - Δανάης να καλύψει το συναισθηματικό κενό που έχει δημιουργηθεί τόσα χρόνια ανάμεσα στις δύο γυναίκες; Είναι δυνατόν η έφηβη κόρη να κατανοήσει τη μητέρα – γυναίκα; Είναι έτοιμη η Βερονίκη να αντιληφθεί ότι κληροδότησε στην κόρη της τη δική της αποτυχημένη και συναισθηματικά ακάλυπτη σχέση της με τον Φαίδωνα;;;
Και δεν είναι μόνο αυτά… Οι συζυγικές σχέσεις, η αποξένωση των ανθρώπων, το ζήτημα της Θείας Δίκης, η γραφή ως μέσο δραπέτευσης είναι θέματα που επίσης θα συναντήσει ο αναγνώστης στο «Γυάλινο Χρόνο». Είμαι σίγουρη ότι διαβάζοντας το, θα ανακαλύψετε ακόμα περισσότερα πράγματα απ’όσα εγώ: πράγματα που θα μιλήσουν κατ’ευθείαν στην ψυχή σας.

Οι ήρωες της Πασχαλίας, άντρες και γυναίκες, μου θύμισαν έντονα ήρωες βγαλμένους από αρχαία ελληνική τραγωδία. Ακόμα και τα ονόματα που τεχνηέντως χρησιμοποιεί βοηθούν τον αναγνώστη να κάνει τούτο το συνειρμό: η Ζωή ως άλλη Ιφιγένεια θυσιάζεται, η Καλλίστη ως άλλη Ισμήνη υπομένει το δρόμο που άλλοι επέλεξαν για εκείνη, η Εργινούσα – Ερεβούσα, τραγικό πρόσωπο και η ίδια, εμφανίζεται ταυτόχρονα ως θύτης και θύμα, ο Ισίδωρος που ως θεός αποφασίζει για την μοίρα των ανθρώπων. Ακόμα και η ασθένεια της Βερονίκης, σχήμα οξύμωρο, εμφανίζεται ως ο από μηχανής θεός, που θα την βοηθήσει να βρει επιτέλους το δρόμο της, να μάθει πραγματικά να ζει και κυρίως να συναντήσει την ευτυχία. Γιατί σημασία δεν έχει πόσο ζεις αλλά πως ζεις.  Γιατί όπως γράφει και η συγγραφέας: «Ο θάνατος υπάρχει για να μας θυμίζει να μην αναβάλλουμε τη ζωή. Σκέψου πόσος χρόνος σπαταλιέται σε ανούσια πράγματα επειδή οι άνθρωποι ξεχνούν πως κάποτε θα σβήσουν».

Προς το τέλος, άφησα να σας πω δυο λόγια για τη δομή του μυθιστορήματος. Πρόκειται στην κυριολεξία για μια δομή που εγώ πρώτη φορά συναντώ στις λογοτεχνικές μου περιδιαβάσεις. Δεν μπορώ να το κατατάξω στα κλασικά μυθιστορήματα για τον μοναδικό λόγο ότι δεν είναι ένα απλό κλασικό μυθιστόρημα. Μέσα στη βασική ροή του βιβλίου, εμπλέκονται 14 ξεχωριστά διηγήματα που από μόνα τους θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα άλλο βιβλίο. Είναι δύο βιβλία σε ένα ή αν προτιμάτε διαβάζετε τα 14 βιβλία που πρόλαβε τελικά να γράψει η Βέρα, που δεν εγκατέλειψε το όνειρό της μέχρι την ύστατη ώρα.
Δεκατέσσερα διηγήματα, τοποθετημένα διάσπαρτα σε διάφορα μέρη του βιβλίου που εξυπηρετούν ωστόσο την ιστορία του βιβλίου. Δεκατέσσερα διηγήματα για τα οποία ό,τι κι αν πω θα είναι λίγο. Διηγήματα που κινούνται σε διάφορες θεματικές, σε διάφορους τόπους και χρόνους, διηγήματα που μιλούν κατ’ευθείαν στο θυμικό του αναγνώστη και που σίγουρα θα τον κάνουν να κλάψει, να γελάσει, να θυμώσει, να μελαγχολήσει. Σίγουρα πάντως με τίποτα δεν θα βαρεθεί.
Μου άρεσαν όλα, αλλά λάτρεψα την ‘Κούκλα’ απ’όπου θα μου επιτρέψετε ένα μικρό απόσπασμα: «Ο Νίμπα θέλει πολύ να είναι στο πλάι της, να της κρατάει το χέρι, όμως το απαγορεύουν αυτό τα έθιμα της φυλής. Είναι μαζί με τους άλλες άντρες, δείχνει ψύχραιμος, ίσως και αδιάφορος κάτω από το μεγάλο δέντρο όπου κάθονται και καπνίζουν χαλαρωτικά βοτάνια. Ένας μελλοντικός φύλαρχος δεν πρέπει να λυγίζει μπροστά σε τούτη τη συνηθισμένη ανθρώπινη αγωνία. Είναι κανόνας. Τα τύμπανα που αναγγέλλουν τη γέννηση ενός νέου ανθρώπου, ωστόσο, τρυπούν και τα αυτιά του. Θέλει να ουρλιάξει, μα καταπίνει τη φωνή του, αφήνοντας τους χορευτές του χορού της ζωής να αλαλάζουν για κείνον».

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί η Πασχαλία είναι η γλώσσα που γνωρίζουμε όσοι έχουμε διαβάσει και προηγούμενα βιβλία της: γλώσσα λυρική, άρτια, γεμάτη. Γλώσσα που αποκαλύπτει τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας και που μας θυμίζει ότι η ελληνική λογοτεχνία συνεχίζει να έχει άξιους εκπροσώπους. Μεστή και πλούσια δίχως φανφαρονισμούς και βεντετισμούς.
Τελειώνοντας, θα ήθελα επίσης να επισημάνω το ιδιοφυές εύρημα να κατατάξει την κεντρική ηρωίδα στην τάξη των συγγραφέων. Μέσω από αυτό το τέχνασμα, η Πασχαλία μας αποκαλύπτει τις προσωπικές της απόψεις (ή τουλάχιστον έτσι το εξέλαβα εγώ) για τη διαδικασία της γραφής, για τον ψυχικό κάματο του δημιουργού, για τις αμφιβολίες που του δημιουργεί η όλη διαδικασία, για την μοναχικότητα, για το αν τελικά η γραφή είναι σωτήρας ή δαίμονας, ασφάλεια ή φυλακή, ελευθερία ή φόβος να ζήσεις την πραγματική ζωή.

Δεν θα σας κουράσω άλλο. Σας εύχομαι να απολαύσετε το ταξίδι στο «Γυάλινο Χρόνο» και να ανακαλύψετε ότι αν και γυάλινος τελικά δεν είναι και τόσο εύθραυστος. Ωστόσο, θα ήθελα να σας παρακινήσω, να μην διαβάσετε το συγκεκριμένο βιβλίο επιπόλαια γιατί είναι ένα βιβλίο που έχει να δώσει πολλά στον αναγνώστη. Γευθείτε το αργά – αργά όπως ένα καλό παλιό κρασί, ταξιδέψτε στις σελίδες του αργά και ηδονικά όπως θα κάνατε ένα ταξίδι με το θρυλικό Οριάν Εξπρές για να μην χάσετε τις ομορφιές και τις εναλλαγές του τοπίου και μην διστάσετε να σύρετε το μολύβι σας πάνω στις σελίδες του και να υπογραμμίσετε όλες αυτές τις υπέροχες φράσεις που πλαισιώνουν τούτο το αριστούργημα.

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

"Οι Έλληνες του Γκαίρλιτς, 1916 - 1919", του Γεράσιμου Αλεξάτου


Πολλοί από εσάς που έχετε διαβάσει το «Πικρό Γλυκό Λεμόνι», την ιστορία της Ασημούλας και του Κωσταντή, με ρωτάτε αν πρόκειται για μια αληθινή ιστορία. Η απάντησή μου είναι πάντα η ίδια: η ζωή της Ασημούλας και του Κωσταντή είναι καθαρά μυθιστορηματική, όμως όλα τα ιστορικά γεγονότα που εξιστορούνται είναι πράγματι αληθινά.
Πολλοί από εσάς έχετε μπει στη συνέχεια να ψάξετε στο internet, αναζητείτε πληροφορίες, ενδιαφέρεστε να μάθετε περισσότερα για αυτή τη μαύρη σελίδα της ελληνικής ιστορίας.
Όσοι λοιπόν ενδιαφέρεστε, πρέπει να αναζητήσετε το βιβλίο «Οι Έλληνες του Γκαίρλιτς 1916 – 1919», του Γεράσιμου Αλεξάτου, εκδόσεις Αδελφών Κυριακίδη 2010. Πρόκειται για το βιβλίο που στην ουσία έφερε ξανά στο φως το παράδοξο αυτό ιστορικό γεγονός που αποσιωπήθηκε από την επίσημη ιστοριογραφία κι έφτασε τα όρια του μυθικού.
Στις σελίδες του, θα ανακαλύψετε τα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα που προηγήθηκαν και οδήγησαν τον Χατζόπουλο να πάρει την απόφαση για την ιδιότυπη αυτή αιχμαλωσία, τη θερμή υποδοχή που επεφύλαξαν οι Γερμανοί στους Έλληνες, τη ζωή των Ελλήνων στρατιωτών και τα προβλήματα τα οποία αντιμετώπισαν, την ενσωμάτωσή τους στη γερμανική ζωή, τους πρώτους μεικτούς γάμους, τις σημαντικές λαογραφικές μελέτες και τις σπάνιες ηχογραφήσεις που έγιναν από Γερμανούς επιστήμονες, τη δύσκολη επιστροφή στην πατρίδα.
«Οι Έλληνες του Γκαίρλιτς, 1916 – 1919» είναι το πρώτο και το μοναδικό βιβλίο που αναφέρεται διεξοδικά στο συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός. Πρόκειται για μια εξαιρετική ιστορική μελέτη, που διακρίθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 2011, στην κατηγορία Χρονικό - Μαρτυρίες και περιγράφει πολλές άγνωστες και συναρπαστικές λεπτομέρειες από εκείνη την άγνωστη περίοδο.

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

"Οι Αύγουστοι" της Αντιγόνης Καρμέλλα Σώρρου



Ξεκίνησα το blogging πριν από 4 χρόνια περίπου αλλά μάλλον δεν το αγάπησα ιδιαίτερα. Δεν ξέρω το λόγο, ίσως την επιθυμία μου για επαφή με άλλους την έβγαλα στο facebook, ίσως πάλι όσα έχω να πω τα λέω στα βιβλία μου…
Ωστόσο, επισκέπτομαι σχεδόν καθημερινά το blog της «γιαγιάς Αντιγόνης», για να διαβάσω τι καινούριο έγραψε, να γελάσω, να δακρύσω ή να κλάψω… γιατί ό,τι έχει γράψει μέχρι στιγμής η Αντιγόνη έχει μιλήσει κατ’ευθείαν στην ψυχή μου. Η «γιαγιά Αντιγόνη» έχει ένα απίστευτο χάρισμα: με ένα τρόπο μοναδικό, λιτό και μαγευτικό αγγίζει αμέσως την καρδιά σου, σε κάνει κοινωνό της παρέας της, συνένοχο στις ζαβολιές της… Την λατρεύω κι ας μην την έχω γνωρίσει ποτέ από κοντά…
Όταν έμαθα ότι έβγαζε το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Οι Αύγουστοι», ενθουσιάστηκα. Ήμουν σίγουρη, πριν καν το διαβάσω, ότι θα μου ταίριαζε. Και δεν έπεσα έξω… «Οι Αύγουστοι» είναι από τα βιβλία που έχουν να σου δώσουν πολλά. Συναισθήματα, σκέψεις, μαθήματα ζωής.

Οι ήρωες της είναι οικείοι και καθημερινοί, ήρωες που αναγνωρίζουμε ως δικά μας πρόσωπα, που δίχως καμία ενοχή ‘κλέβουμε’ τη ζωή τους μέσα από την κλειδαρότρυπα της λογοτεχνίας.
Η Μαρουσώ, η μάνα και η φίλη, η νύφη κι η γυναίκα που βρίσκεται πάντα εκεί για να στηρίζει τους αγαπημένους της. Ο Σώζος που τολμά και πάει αντίθετα στην οικογενειακή παράδοση για να βιώσει την πληγή του έρωτα. Η Πίτσα, που ζει στην ελευθερία της και δεν μπορεί να ξεφύγει από το παρελθόν της. Ο Δημήτρης που χάθηκε νωρίς και στοιχειώνει μνήμες και ζωές, χρόνια μετά το θάνατό του. Η Πέρσα που κουβαλάει αγόγγυχτα το δικό της σταυρό. Η θεία Ζηνοβία που κρατάει επτασφράγιστα κλειστό το στόμα της για να μην πληγώσει τους ανθρώπους που αγαπά. Ο Παύλος που τολμά να διεκδικήσει τον έρωτα. Ο δειλός Αχιλλέας που ζει μια ζωή που δεν θα γίνει ποτέ δική του. Ο Ορέστης που πλήρωσε τα λάθη άλλων. Ο καταραμένος πατέρας. Η Αντριάννα που μας προσκάλεσε σε τούτο το ταξίδι.
Κρυμμένα μυστικά, ένοχα λάθη, ανθρώπινα πάθη και αδυναμίες, καθημερινές στιγμές ευτυχίας: ένας καμβάς ζωής που υφαίνει με μαεστρία η Αντιγόνη. Η τοιχογραφία μιας ολόκληρης εποχής, εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’60 όπου η Ελλάδα πλήγωνε ανεπανόρθωτα τα παιδιά της.

‘Το Σώζο τον αγάπησα. Δεν τον ερωτεύτηκα. Ίσως φταίει που μέχρι τώρα δεν με έχει βρει ο έρωτας! Δεν θα με ανταμώσει ποτέ! Έχω μίσος να εξαντλήσω’.

‘Με αγκάλιασε. Ήξερε πως τις αγκαλιές τις λαχταρούσα! Η επαφή των σωμάτων ήταν ό,τι ζητούσα περισσότερο. Μπορεί και να ήμουν κουραστική αλλά ήταν σαν να μη με είχε αγκαλιάσει κανείς! Έπεφτα στα ξαφνικά και τριβόμουν πάνω σε αυτούς που αγαπούσα… Σαν όταν πιάστηκα στη μήτρα της μάνας μου, να μη με ήθελε κανείς…’
Η χρήση της γλώσσας είναι αριστοτεχνική. Η Αντιγόνη κεντάει με το βελονάκι της, λέξεις, φράσεις και εικόνες. Η εναλλαγή των προσώπων, πότε η χρήση του α’ προσώπου όταν μιλάει η Αντριάννα και πότε η χρήση του γ’ προσώπου από τον αφηγητή, δεν με κούρασε καθόλου. Ίσα – ίσα την βρήκα έξυπνη και μ’έκανε να ζήσω ακόμα περισσότερο τον πόνο και την ευτυχία της ηρωίδας.

Το τέλος;;; Απρόσμενο, αναπάντεχο, τρικυμιώδες… Αισιόδοξο ή απαισιόδοξο… Δύο πλευρές όπως δύο πλευρές έχει κι η ζωή μας…
Το λάτρεψα αυτό το βιβλίο… όμως έχει ένα μειονέκτημα… είναι μικρό… Θα ήθελα περισσότερες σελίδες…
Δεν πειράζει… Περιμένω με αγωνία το επόμενο!!!

Το βιβλίο «Οι Αύγουστοι» της Αντιγόνης Καρμέλα – Σώρρου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ‘Όστρια’.
Εάν δεν επισκεφτείτε το blog της http:// giagia-antigonh.blogspot.gr, εσείς θα χάσετε!!!